Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013




 (ξέρω πού θα ενταχθεί, αλλά δεν μπορώ να πω ακόμα, οπότε...)

???

 
Το σκοτεινό κι υγρό εκείνο υπόγειο, και κρύο, μερικές φορές πολύ κρύο, ήταν γεμάτο ήχους…η αποχέτευση από τους πάνω ορόφους έτρεχε στους σωλήνες του, χειμαρρώδεις υδάτινες πορείες παρασύροντας ανθρώπινες ακαθαρσίες, στην κοντινή γωνιά του τοίχου μια βρύση σε ένα μεταλλικό νιπτήρα βασάνιζε με σχιστά μάτια, στο μέσον του άλλου τοίχου μια λεκάνη, χωρίς θόρυβο αυτή, μόνο μυρωδιά, κάπου-κάπου κάτι περπατούσε σε κρυφές αναζητήσεις στο πάτωμα, παπούτσια στο ταβάνι, βαριά βήματα, τακούνια ποτέ, μια παλιά λάμπα στην κολώνα του μέσου μαχόταν ηχηρά να παραμείνει στη ζωή, στο φως, όταν άναβε, πιότερο με πυγολαμπίδας το αποτέλεσμα, κι ισχνότερο, μαρτυρικότερο, α κι εκείνη η αλυσίδα στο πάτωμα, σύρσιμο ελαφρύ, από το στρώμα  στη γωνία πάνω σε κάτι υπερυψωμένες ξύλινες σανίδες, το κρεβάτι, στην κοντινή βιδωμένη στο πάτωμα καρέκλα, που έτριζε κι αυτή στη φιλοξενία, με το τραπεζάκι της ακούνητο κι αυτό, πορεία περιορισμένη, φυλακισμένη, το μήκος της δουλείας επέτρεπε ταξίδι μέχρι τη λεκάνη από αριστερά και τη βρύση από την άλλη, με το κρεβάτι και την καρέκλα ενδιάμεσους σταθμούς, αν ήθελες, η τηλεόραση της άλλης γωνίας μέρες κλειστή, τιμωρία για συμμόρφωση, πάντα χωρίς ήχο όμως, αλλιώς θα είχε κινούμενα σχέδια, τα ίδια κινούμενα σχέδια, που αν σε κάποιο ζεστό σαλόνι έκαναν παιδάκια να γελούν, εδώ είχαν χάσει τη μαγεία τους, ήταν σα να κορόιδευαν, ενέτειναν ενίοτε την απόγνωση καθώς έφερναν στο νου ζεστασιά και χαμόγελα αλλοτινά, αλλά και πάλι λίγη εικόνα, κινούμενη, έγχρωμα βουβή, σαν παρέα, σαν επιπλέον φως, σαν κάτι που πολεμούσε το μαύρο, τελευταία γωνία η σκάλα...εκεί η σωτηρία που δεν ερχόταν ποτέ...εκεί και το μαρτύριο που αντιθέτως ερχόταν πάντα…

Πόσος καιρός είχε περάσει? Πάρα πολύς…. Τα μαλλιά της είχαν μεγαλώσει τόσο, την προηγουμένη από τότε που έπαψε να βλέπει ήλιο είχε πάει κομμωτήριο, θυμάται που είχε βάλει τα κλάματα όταν η κομμώτρια τα είχε κόψει παραπάνω από όσο ήθελε, τι ανοησίες αυτές οι απλές καθημερινές στενοχώριες, τώρα ήταν σίγουρα τέσσερα δάκτυλα μακρύτερα, το έβλεπε με λοξή ματιά στο ελεύθερο χέρι της όταν τα έφερνε πάνω από τον αριστερό της ώμο, στην παλάμη της με τον αντίχειρα από πάνω, σα χάδι, μα τόσο άσχημα, τόσο βρώμικα, όπως κι αυτή ολόκληρη, τα ρούχα που της δίνονταν δεν ήταν στο νούμερό της, ήταν μεγαλύτερα, κάτι μπλουζάκια και κάτι παλιά φορέματα, καμιά φορά αθλητική φόρμα, ακόμα πιο μεγάλη αυτή, έμεναν πάνω της για μέρες, μέχρι να έρθει η αντικατάστασή τους, εσώρουχα δε λάμβανε ποτέ, πιο απλά τα πράγματα έτσι, πιο ελεύθερα, λιγότερα να βγαίνουν, να τραβιούνται, να σκίζονται, στα πόδια της οι δικές της μπαλαρίνες, δεν της έβγαζε σχεδόν ποτέ, ό,τι κι αν συνέβαινε, κι ας είχε δίπλα κάτι παντόφλες, διαφορετικές μεταξύ τους, μεγαλύτερο νούμερο πάντα, τις πρώτες δύσκολες μέρες του μήνα δεν ήξερε τι να κάνει, στεκόταν στη λεκάνη συνεχώς, έτρεχε μετά με την αλυσίδα της, σα σκυλί, στη βρύση, πάλι πίσω μετά, ξανά καθιστή να περιμένει, πόση ντροπή χωράει σ’ ένα σώμα, τη δεύτερη, τρίτη φορά είχε συνηθίσει, το αίμα όμως κι η μυρωδιά του, στο πάτωμα και στις πετσέτες που μούσκευαν κι αφήνονταν πεταμένες, είχαν ως θεραπεία προκαλέσει νέες αγορές, εκείνα τα μικρά εισερχόμενα ιθύφαλλα βαμβάκια με το κορδόνι, τώρα αυτό δεν αποτελούσε πρόβλημα, ούτε κατά διάνοια, στο στόμα μια γεύση μεταλλική, το αίμα της ήταν πάλι, αυτή τη φορά από ούλα και χείλη σκισμένα, έφτυνε κόκκινα, πρησμένο το πρόσωπό της από τη μια μεριά, να μάθει άλλη φορά να αντιστέκεται, ψηλαφούσε το εξόγκωμα που πριν ήταν το μάτι της, έκαιγε και πονούσε, πονούσε παντού όμως, ειδικά στο αριστερό χέρι με το μεγάλο δερμάτινο βραχιόλι, ενισχυμένο απ’ έξω με δυο μεγάλα μεταλλικά δαχτυλίδια, ενωμένα κι αυτά με κάθετες λωρίδες μετάλλου, κι έναν κρίκο οξυγονοκολλημένο, δυνατός κι αυτός κι οι ενώσεις του, αυτός ήταν που φιλοξενούσε την αρχή της αλυσίδας που σερνόταν ελαφρά, εξαντλημένα, πληγές και στα δυο χέρια όμως, από νοσηρό παιχνίδι, γάζες σε λιγοστές, οι πιο πολλές αφημένες πια στο χρόνο και στη φυσική θρέψη, το ίδιο στην πλάτη και τις γάμπες της, στους μηρούς και τους γλουτούς της, έμοιαζε όλη σαν τοίχος φυλακής, που χαράσσει πάνω του γραμμές ο έγκλειστος για να μετράει το χρόνο…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου