Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2013

(παραμυθάκι για ανάσα)

Τέρενς και Μανουέλ #1


-Είσαι σίγουρος ότι πάμε καλά?
-Τι να σου πω…Νομίζω πως ναι..Γιατί εσύ είσαι άμοιρος ευθυνών? Μήπως κι εσύ δεν έπρεπε να γνωρίζεις τα ίδια?
-Ναι, αλλά εξ αρχής εσύ κόμπαζες για τις ικανότητές σου στον προσανατολισμό κι αυτές αφεθήκαμε να εμπιστευθούμε..Τώρα?
-Τώρα μη μιλάς κι άσε με να δω πού βρισκόμαστε..
Έβγαλε τον τσαλακωμένο και μισο-σκισμένο χάρτη από τη σχολική τσάντα που θα μετρούσε τουλάχιστον είκοσι χρόνια ηλικίας, και παραπάνω,  τον άνοιξε πάλι και προσπάθησε με το ισχνό φως του ψυχορραγούντος φακού να βρει κάτι που θα του έδινε το στίγμα και θα τους έδειχνε το δρόμο..Μάταια βέβαια..
-Εεεε, από δώ…Είναι και το φεγγάρι μπροστά μας, κι αυτήν την εποχή είμαι σίγουρος ότι αυτός εκεί είναι ο βορράς.. κι έδειξε ψηλά μπροστά, πάνω από τις κορυφές των δέντρων, βάζοντας προσεκτικά πάλι το χάρτη στην τσάντα. Ήπιε μια γουλιά νερό, πλατάγισε τη γλώσσα, έβγαλε ένα επιφώνημα ευχαρίστησης, χτύπησε το Μανουέλ στην πλάτη κι είπε κοφτά :
-Πάμε, ακολούθα..
Πάλι καλά που δεν έβρεξε..Ο ουρανός καθαρός και πλήρης αστεριών, ειδικά στο μέρος που δεν είχε φεγγάρι και τους έδινε την ευκαιρία να λάμψουν κι αυτά την ύπαρξή τους, γιατί αν και ημισέληνος, σε έκανε να ξεχνάς το ετερόφωτο και να αφήνεσαι στο λαμπερό του, που αν δεν ήταν τα δέντρα, δε θα χρειαζόταν ούτε  φακός ούτε τίποτα, θύμιζε παλιές εποχές, τότε που τίποτα δεν ήταν φωτορυπασμένο από τον πολιτισμό και προσέδιδε στην ψυχή μια αίσθηση μοναξιάς και ανημποριάς, ήταν ήδη τόσο μακριά από το ηλεκτρικό ρεύμα, το συναίσθημα ενός μικρού φόβου για την ασημαντότητά σου, άραγε τι να παραμονεύει στα σκοτάδια, σφίξε λίγο τη λαβή του μαχαιριού σου, αυτή η κραυγή τίνος ζώου ήταν?, μου λείπει το σπίτι μου, πάμε λίγο πιο γρήγορα..
Περπατούσαν σίγουρα είκοσι ώρες, έχοντας κάνει μόνο μια μικρή στάση για φαγητό δίπλα από ένα ποτάμι, που λίγο έλλειψε να τους κοστίσει ό,τι κουβαλούσε ο Τέρενς στην ξεφτισμένη τσάντα του, όταν προσπάθησαν να το διασχίσουν μην έχοντας κάνει σωστό υπολογισμό του βάθους του, παραλίγο να βυθιστεί ολόκληρος, μόνο το κεφάλι του και τα χέρια του στην ανάταση με την τσάντα ήταν εκτός νερού, Πρόσεξε, Κράτα καλά, Μην την αφήσεις, Έρχομαι, Μη φοβάσαι, όλα καλά, βρεγμένοι κι οι δύο στην άλλη όχθη, λαχανιασμένοι και ξαπλωμένοι ανάσκελα, χέρια και πόδια ανοιχτά, σαν αγγελάκια στο χιόνι, ευχαριστώ θεέ μου, βγάλε τώρα όλα τα ρούχα σου κι εγώ μαζί, τα παπούτσια επίσης, ανάβω μια φωτιά, έχει και ζέστη, σε λίγη ώρα  θα είναι όλα στεγνά, εν τω μεταξύ ας φάμε κάτι, έχεις δίκιο, πρέπει να πάρουμε δυνάμεις..
Δεν ήταν ξένοι ούτε στο περπάτημα, ούτε στη ζωή της υπαίθρου, από παιδιά έκαναν κατασκήνωση, σε παραλίες κυρίως, όχι τόσο σε δάση, όλοι βέβαια έλεγαν ότι δεν κινδυνεύεις στο βουνό, δε σε πειράζουν τα ζώα, τους ανθρώπους πρέπει να φοβάσαι, μολαταύτα καλύτερα να είσαι σε εγρήγορση για παν ενδεχόμενο, τώρα όμως η κούραση και η αϋπνία είχαν αρχίσει να βραδύνουν το βηματισμό τους, ήταν και το περιστατικό στο ποτάμι που προσέθετε στην εξάντληση κι η υγρασία που ποτέ δεν έφυγε ούτε από ρούχα, ούτε από παπούτσια, ούτε κι απ’ το κορμί τους, η πρόοδος που σημείωναν προχωρώντας ήταν μηδαμινή, το καταλάβαιναν κι οι δύο..
-Να σου πω..Προτείνω να διανυκτερεύσουμε εδώ, σ’ αυτό το μικρό ξέφωτο δίπλα στο βράχο του λόφου. Θα κόβει και λίγο το κρύο και τη δροσιά της νύχτας. Και συνεχίζουμε με το λυκαυγές. Τι λες?
-Ε ναι..αναστέναξε ο Μανουέλ. Δεν ήθελα να σου το πω, αλλά τα πόδια μου με έχουν πεθάνει. Δεν αντέχω άλλο, κι αφού κι εσύ συμφωνείς, δεν βλέπω την ώρα να κλείσω φερμουάρ υπνόσακου και μάτια, και λέγοντας αυτά πέταξε στο χώμα το σακίδιο από την πλάτη του, έβγαλε τη σκηνή κι άρχισε να στήνει, ενώ ο Τέρενς μάζευε μικρά ξύλα για τη συνοδευτική της νύχτας φωτιά..Σε λίγο το υπαίθριο σπιτικό έδινε την τρεμάμενη τριγωνική σκιά του στο βράχο, ενώ η φωτιά ζέσταινε το κατσαρολάκι με φασολάδα κονσέρβας, φάγανε, αχ να ‘χαμε κι ένα τσιγαράκι, ευτυχώς πήρα αυτό το φλασκί με κονιάκ, εγώ το ξέχασα, δεν πειράζει, πάρε από το δικό μου, ήπιανε δυο γουλιές, να ζεσταθεί το μέσα τους, άντε πάμε, καληνύχτα, ήχος από φερμουάρ σκηνής, από υπνόσακο νούμερο ένα, δευτερόλεπτα μετά κι από τον νούμερο δύο..
Το φεγγάρι έφευγε από τον σκοτεινό θόλο, πήγαινε να κρυφτεί πίσω από ένα βουνό, πολλά αστέρια τώρα, άπειρα, στην κυριολεξία, έσβηνε κι η φωτιά, η νύχτα στα καλύτερά της, στα ανενόχλητά της, σκότος και κρύο, σιγή πλήρης, μόνο κανένα πουλί στο δάσος έκρωζε, μάλλον αναζητώντας ταίρι, ή έτσι, ταραξίας εκ φύσεως..
-Ε, το άκουσες αυτό?, είπε ο Μανουέλ ψιθυριστά, κουνώντας με το χέρι το πράσινο κουκούλι του Τέρενς..
-Ποιο?, βγήκε η φωνή της νάρκης, κι οι δυο μισοσηκώθηκαν να ακούσουν.. Η φωτιά είχε σβήσει, κι έξω ούτε το κρυμμένο πια φεγγάρι ούτε τα άστρα έδιναν εικόνα του περιβάλλοντος. Σκότος παντού…και κρύο…και βήματα έξω από τη σκηνή..πολλά βήματα... γύρω γύρω..κι όχι ανθρώπινα…

3 σχόλια:

  1. Το λογοτεχνικό σας εκτόπισμα μας πήρε τη λαλιά κύριέ μου...Μπράβο

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Χαμογελώ..να'στε καλά κύριέ μου..

    ΑπάντησηΔιαγραφή