Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2013




 Βαγκάν ο βίγκαν #6


Δεν είχε και πολλούς ανθρώπους στη ζωή του. Πάντα τον συνόδευε η πρώιμη απώλεια. Τους γονείς του τους είχε χάσει όταν πήγαινε ακόμα σχολείο, δεκατριών χρόνων ήταν, τους είχε πάρει ένας μεθυσμένος που πέρασε στο αντίθετο ρεύμα, ο πατέρας υπέκυψε στο σημείο του ατυχήματος, κηδεία άμεσα, την επομένη κιόλας, κλειστό το φέρετρο, κλάμα πολύ, νοσοκομείο η μητέρα, ένα μήνα σε κρίσιμη κατάσταση, δεν έλλειψε ούτε μια μέρα από δίπλα της, είχαν κολλήσει τα χέρια τους θυμάται, δάκρυα κι εκεί, με παύσεις και συνέχειες, η εσωτερική αιμορραγία δε σταμάτησε, δεν περιορίστηκε, νίκησε στο τέλος, κι άλλη κηδεία, άπειρα δάκρυα με λυγμούς, ορφανός πλέον, επίσημα, μόνος κι απροστάτευτος, χωρίς δυνάμεις να παλέψει, δεν είχε προλάβει να δυναμώσει, επενέβησαν ο παππούς κι η γιαγιά, κι αυτοί με ματωμένη την καρδιά και το μυαλό χαμένο, κανένας γονιός δεν πρέπει να θάβει το παιδί του, τον πήραν σπίτι, σιγά σιγά έμαθαν όλοι να ζουν με το αναντικατάστατο κενό, αγαπήθηκαν εκ νέου, παλιοί ρόλοι μπλεγμένοι με νέους, ζεστάθηκε με τα χρόνια το κρύο του θανάτου, η ζωή νικά πάντα, μεγάλωνε κι αυτός, ο παππούς συνέχιζε να δουλεύει, κάλλιστος τεχνίτης, δεν υπήρχε παπούτσι που να μην μπορούσε να αναστήσει, η γιαγιά σπίτι, φρόντιζε για το παιδί, να τρέφεται καλά, να μην παρατήσει τη γνώση, ούτε να παραμελήσει τον εαυτό του, να αθλείται όταν μπορούσε, κι αυτός τη ρουφούσε τη φροντίδα και τη νουθεσία, άκουγε, πέρασαν κι άλλα χρόνια, έτοιμος να δώσει για το πανεπιστήμιο, μια μέρα ο παππούς δεν ήρθε από τη δουλειά, νοσοκομείο πάλι, όγκος στο κεφάλι, τεράστιος, καρκίνος, επιθετικότατος, πάλι δάκρυα, πάλι κολλημένα χέρια, η γιαγιά σε άθλια κατάσταση, έφυγε κι ο παππούς, μια μέρα από τις τελευταίες του σχολείου, καλοκαίρι, χαρά θεού έξω, βροχή μέσα, μαυρίλα πάλι, όταν χάθηκε απ’ τα μάτια τους μέσα στη γης λιποθύμησε η γιαγιά, ξέσπασε κι αυτός, κι ήταν η τελευταία φορά που έκλαψε θυμάται, μετά στέρεψε αυτή η βρύση, η εξωτερική, πλέον μόνο μέσα του, εκτός καμιά φορά όταν μαγείρευε..

Τη συμπαθούσε πολύ την κυρία Υβέτ, έβλεπε σ’ αυτή τη συγχωρεμένη τη γιαγιά του, είχε την ίδια θλίψη στα μάτια μα και την ίδια προσήνεια, το ίδιο πρόσχαρη, μέχρι κι η φωνή είχε πανομοιότυπη χροιά, έτσι του φαινόταν, την είχε γνωρίσει πριν από λίγα χρόνια, στο δρόμο, όταν έψαχνε για τον δικό της τον άντρα και τον είχε πλησιάσει για να του δείξει μια φωτογραφία και να τον ρωτήσει αν τον είχε δει, αν ήξερε τίποτα, έκλαιγε, την είχε πάρει περνώντας το χέρι του στον ώμο της, προστατευτικά, μπήκανε σ’ ένα καφενείο κι εκεί τα είπαν πρώτη φορά, όχι δεν τον έχω δει, μην ανησυχείς όμως, είμαι σίγουρος ότι θα επιστρέψει, πόσος καιρός έχει περάσει από τότε που χάθηκε, ένας μήνας, έσμιξε τα φρύδια του, πίεσε τις σιαγώνες του, αλλά δεν έπαψε τις διαβεβαιώσεις του, θα ξαναφανεί, είμαι σίγουρος..

Τώρα ανέβαινε τα ξύλινα σκαλοπάτια του κτηρίου δυο-δυο, κι ας κουβαλούσε τα πράγματα της κυρίας Υβέτ, σιγά το βάρος, ένας όροφος, δύο, στον τρίτο σταμάτησε, άφησε τις σακούλες πρόσκαιρα κάτω, έστρωσε λίγο το γιακά, τίναξε το λιγοστό νερό που είχε καθίσει στους ώμους του, πέρασε τα χέρια του στα μαλλιά πατώντας τα κι επαναφέροντάς τα στην τάξη, βοηθούσε κι η νεοαποκτηθείσα υγρασία και το λιγοστό τους βέβαια, χτύπησε το κουδούνι, μια ελαφρά επίκυψη κι οι σακούλες ήταν πάλι στα χέρια του..
-Καλώς τον αγαπημένο μου. Πέρασε, πέρασε, είπε και πήρε από τα χέρια του τις σακούλες με τα κρέατα. Είναι όλα όπως τα ζήτησα να φανταστώ, ε? και χωρίς να περιμένει απάντηση κατευθύνθηκε προς την κουζίνα κι άρχισε να κάνει τους γνώριμους θορύβους ξετυλίγματος, ανακατανομής και τακτοποίησης.
-Κάθισε στο σαλόνι, στην αγαπημένη σου μεριά κι εγώ θα σου φέρω το καφεδάκι σου, είπε η φωνή της αδύναμη πια λόγω απόστασης, τοίχων και ηλικίας ίσως.
Πήγε στο σαλόνι, στην πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο, που επέτρεπε μια ξεκάθαρη θέα του δρόμου και της γειτονιάς, έβαλε το βάρος του στα αναπαυτικά της μαξιλάρια, απόλαυση, κι άφησε το βλέμμα του να τελειώσει το δρόμο, να ξεπροβοδίζει τα αυτοκίνητα που χάνονταν και να καλωσορίζει αυτά που εμφανίζονταν. Η ψιλή βροχή που έπεφτε ολημερίς έδινε στο φθινοπωρινό απόγευμα ταυτότητα, μια νότα θλιμμένη, στους ανθρώπους ομπρέλες και ομοιότητα, έτσι από ψηλά που τους κοιτούσε, οι γυναίκες ήταν πιο χρωματιστές, οι άνδρες ως επί το πλείστον σκούροι, μαύροι, πιο ταχείς, οι γυναίκες επέτρεπαν στον εαυτό τους και μια στάση μπροστά από κάποια βιτρίνα, οι άνδρες ποτέ, μόνο εάν συνόδευαν, έβλεπες και την απροθυμία τους πολλές φορές στην ομπρέλα που άρχιζε να περιστρέφεται, για τον χαμένο χρόνο, τα φώτα άρχιζαν σιγά σιγά να ανάβουν, παλιός καθρέφτης ο δρόμος, στο πεζοδρόμιο η αντανάκλαση παιγνίδιζε πιο διεστραμμένα, κόκκινα φρένα, λευκοί προβολείς, υποκίτρινοι φανοστάτες, λαμπερά μαγαζιά, ωραία εικόνα, ήρθε και το καφεδάκι, μοσχομύρισε το δωμάτιο, μια καρέκλα τραβήχτηκε δίπλα στη δική του, αργά, με θόρυβο στο πάτωμα, πήρε στο χέρι του την αχνιστή κούπα, εισέπνευσε με τη μύτη το αναδυόμενο άρωμα, φύσηξε λίγο την επιφάνεια, δίστασε, άλλη μία, ρούφηξε προσεκτικά, χαμογέλασε..-Να ’στε καλά κα Υβέτ, ήταν ό,τι έπρεπε, κι αφέθηκε νωχελικά στη διήγησή της που θα περιελάμβανε, όπως και κάθε φορά ίσως, τα βαρετά νέα της γειτονιάς, της ζωής εκείνου του μονομελούς σπιτικού του τρίτου ορόφου, για να τελειώσει κι αυτός με  τη λακωνική αφήγηση της δικής του από την τελευταία φορά που βρέθηκαν και τα νέα του δικού του μονομελούς περιπλανώμενου θιάσου, λίγο γέλιο, λίγη ένταση, λίγη θλίψη, αναλόγως ρόλου, τα γνωστά…

4 σχόλια:

  1. Κι ο καθε ρόλος της ζωής του φέρει τα απομεινάρια των απωλειών του. Κι είναι κάτι μάτια ζεστά, μια εικόνα απτο παράθυρο και μια ρουφιξιά καφέ, που πάλι δίνει νόημα σε όλα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πρέπει να ισορροπείς ανάμεσα στο μαύρο και το άσπρο, να βάζεις και λίγο χρώμα και να εναλλάσσεις αν μπορείς το κρύο με τη ζέστη..Τώρα ποιο αφήνεται να υπερισχύσει κάθε φορά, αυτό είναι διαρκής έκπληξη..

      Διαγραφή
  2. Χμ...Τι έγινε; Οι υπερήλικες παππούδες και ειδικά η εναπομείνασα γιαγιά δεν άκουσε το πένθος του εγγονού της για τη μάνα του, εξαφάνισε την κόρη της, πήρε τη θέση της και τον εκπαίδευσε σαν καλοεξυπηρετητή γίο μιας ομοίως υπερήλικής τυχαίας γραίας; Μήπως σε λίγο θα βγάλουν το γκομπλέν ή θα πλέξουν λίγο με το βελονάκι; Ή στην καλύτερη περίπτωση θα της τεμαχίσει τα κρέατα;Μη βγαλω τα μαχαίρια!!!
    Θέλω λίγο αίμα...
    ΗΚ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πόση διαφορά έχει ένας μόνος από μια μόνη?
      υ.γ. Γριά από γριά, έχει διαφορά....

      Διαγραφή