Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013



 Βαγκάν ο βίγκαν #2

Το σώμα του φάνταζε επιβλητικό, είχε δοκιμάσει πολλές φορές να αδυνατίσει λίγο, όχι εξαντλητικά, αλλά δεν κατάφερνε να μειώσει τον όγκο της κοιλιάς στο σημείο της εξαφάνισης της καμπύλης εκείνης που πολλές φορές αποδίδεται στην καλοζωία, στο παρελθόν, ποιο παρελθόν, πότε ήταν η τελευταία φορά, σα να τα έβλεπε όλα σε ασπρόμαυρο, αρκετά ήταν τα σχόλια λατρείας γι’ αυτή, άνδρας χωρίς κοιλίτσα δε νοείται, κάτι να αγκαλιάζεις, να χαϊδεύεις, να ξαπλώνεις το μάγουλο, είχε προσπαθήσει πάντα με τρέξιμο και λίγη γυμναστική, ποτέ με δίαιτα, όχι ότι ήταν κοιλιόδουλος, βοηθούσε βεβαίως και το ότι δεν έτρωγε κρέας, ούτε ζωικά παράγωγα, θα ‘φταιγε ο μεταβολισμός του μάλλον, έτσι εκείνη η κοιλιά δεν ήταν παράταιρη στο σώμα των εκατόν ενενήντα δύο εκατοστών, μ’εκείνα τα χέρια που θα μπορούσαν να σε πιάσουν και να σε σφίξουν μέχρι θανάτου, ίσως με την άνεση που ένα παιδί σπάζει ένα ξυλαράκι, θα κατέβαλλε ασφαλώς προσπάθεια, χωρίς όμως να αλλάξει το αποτέλεσμα, το ξυλαράκι θα έσπαγε, σίγουρα, τώρα κρατούσαν μία μπάρα με πολλά κιλά, ίδρωνε και ξεφυσούσε, το φανελάκι άσπρο, το σωρτσάκι σκουρόχρωμο, τα αθλητικά του παπούτσια φθαρμένα, αλλά πόσο άνετα, ακόμα, εισπνοή, εκπνοή, τέντωμα, ένα τελευταίο, μια κραυγή λύτρωσης και λήξης συνάμα, αρκετά για σήμερα, πάμε για ένα γρήγορο ντους, καλά τα κατάφερα, το αξίζω το φαγητό μου.

Δεν ήταν όμως μόνο η συνηθισμένη άσκηση που έσπρωχνε τα κιλά και του φούσκωνε τις φλέβες στο λαιμό και το μέτωπο σήμερα, ήταν εκείνος ο αλήτης στη δουλειά, ο αχρείος ο Μωρίς, ο συνάδελφός του, που ερχόταν στο μυαλό του και υποδαύλιζε τη φλόγα στην συνήθη προσπάθεια εκτόνωσης με μια λύσσα, αχ να ‘ταν αυτός η μπάρα και τα κιλά της και θα τον είχε πετάξει σπασμένο όσο πιο μακριά μπορούσε, να κυλιέται στο πάτωμα, στο χώμα, στις λάσπες, ναι στις λάσπες αυτό του άξιζε, γουρούνι, όχι γουρούνι, κρίμα τα ζώα τα καημένα, αυτή ήταν η φύση τους, εμείς θελήσαμε να τα φέρνουμε σε ωραία κομμάτια στις κατσαρόλες και στα τραπέζια μας, αλλά αυτός, αυτός ο άθλιος που το μέσα του ήταν τόσο βδελυρό που του θύμιζε τη μυθολογία του Λόβκραφτ, τι θυμήθηκε, το μαύρο βιβλίο στο μικρό του δωμάτιο στο σπίτι των παππούδων, οι γονείς δεν υπήρχαν πια, πόσο τον είχε τρομάξει, αλλά δε σταμάτησε να διαβάζει μέχρι που το τέλειωσε, το κακό το ίδιο, που φώλιαζε στις ανθρώπινες ψυχές που το καλοδέχονταν και το άφηναν να διαβρώσει και να σαπίσει τα πάντα, ήταν σίγουρος πως αν του έκανε ό,τι καθημερινά απαιτούσε η δουλειά, θα ήταν μαύρο το μέσα και δύσοσμο, ούτε για τα σκυλιά, ούτε για τη γης, για κάψιμο μόνο, να μη μείνει τίποτα, μόνο μια στάχτη που θα την πάρει ο αέρας, όχι αυτή που θα χρησιμοποιούσε μια παλιά νοικοκυρά να πλύνει τα ρούχα της ή τωρινή Ινδή να πλύνει και να ξεπλυθεί εξαγνιστικά, για εκείνη που χρησιμοποιούν στη ζύμη στα γλυκά για να τα κάνουν πιο τραγανά, ούτε συζήτηση.

Έτρεχε το νερό, να ξεπλύνει λυτρωτικά το σκοτάδι που ένιωθε να τον κυκλώνει, ηρέμησε τώρα, τη βρώμα της μέρας, το αίμα που είχε καθίσει πάλι στους πόρους και τα μάτια του, αίμα που έχυσε, κι αυτό το ανθρώπινο που δεν έχυσε ούτε θα χύσει ποτέ, είπαμε, αμαρτία μεγάλη, η μεγαλύτερη ?, ακουμπούσε με τις παλάμες στον τοίχο κι η δέσμη του νερού χτυπούσε την κορυφή του κεφαλιού, εκεί που αχνοφαινόταν απειλητικά η δράση της τριχόπτωσης, αμάν τι θα κάνω μ’αυτό το πράγμα, δεν πειράζει, με ένα ελαφρύ λίκνισμα το νερό άλλαζε ρου κι έτρεχε μια πιο πολύ από το πηγούνι, μια διέτρεχε δυναμικά τη σπονδυλική στήλη, μια την κοιλιά, μέχρι τα γόνατα και τις φτέρνες, μέχρι το σιφώνι, θα περίμενε να το βλέπει κόκκινο, αλλά ήταν καθαρό, άντε ελάχιστα θολό και αφρώδες, κλείσε τη βρύση, αρκετά τώρα, στην Αφρική οι άνθρωποι και τα παιδάκια πεθαίνουν από λειψυδρία, ουρές σχηματίζουν οι καημένοι με ένα κανάτι στο κεφάλι ή στο χέρι, να θυμηθώ να δωρήσω κάτι στον αρμόδιο οργανισμό που νοιάζεται και φροντίζει, εγώ μόνος μου να τους πάω νερό και να φτάνει δε γίνεται.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου