Τρίτη, 8 Οκτωβρίου 2013




 Βαγκάν ο βίγκαν #1

Έφυγε μόνος, πάλι, με το αγαπημένο του τζιν, σκισμένο στις πίσω τσέπες, σ’εκείνο το λεπτό σημείο πριν να γίνουν όλα εξαιρετικά αποκαλυπτικά και αντιαισθητικά στην περίπτωσή του ίσως, γιατί η έκθεση της σάρκας είναι στόχος της ματιάς πάντα, ακούσια αλλά αναντίρρητα, ένα πουκάμισο ασιδέρωτο αλλά καθαρό, ανοιχτό λίγο παραπάνω, καθώς έκανε ζέστη πάλι, με τις τρίχες του στέρνου να προβάλλουν το μαύρο ελικοειδές τους κάτω από μια αλυσίδα που τέντωνε στο βάρος της χριστιανοσύνης της. Είχε ήλιο και τα μάτια του απροστάτευτα μισόκλειναν και πονούσαν κάτω τη λαμπρότητα της μέρας, αλλά δεν τον ένοιαζε. Έμπαινε στον κόσμο της συνήθους πεζοπορίας, από το σπίτι στο γεφυράκι, με έναν σκοπό στο κεφάλι και στα χείλη του που τον ξεφυσούσαν ρυθμικά, όπου θα σταματούσε, θα κρεμούσε το βάρος του στο κάγκελο κρατώντας το με τα δυο χέρια και τους αντίχειρες από πάνω, μισός κάθετος και μισός οριζόντιος, λικνιζόμενος ελαφρά και προκαλώντας πάλι μ’εκείνο το ταλαιπωρημένο παντελόνι. Χαμογέλασε.. Ο κόσμος στο πάρκο εμοιαζε να αγνοεί την παρουσία του χρόνια τώρα, έτσι του φαινόταν, μόνο ένα σκυλί, πού να ζούσε άραγε, ερχόταν κάπου κάπου, τον μύριζε, του έγλειφε το προτεινόμενο χέρι, έπαιρνε ένα χάδι στη μουσούδα, το μονο καθαρό μέρος πάνω του κι έφευγε κατουρώντας τη βάση του κοντινού δένδρου. Τα αγαπούσε πολύ τα ζώα, αλλά δεν είχε ποτέ κανένα. Δεν τολμούσε. Τι θα τους έλεγε όταν θα γύριζε σπίτι και τον κοιτούσαν μ’ εκείνα τα οικόσιτα δουλικά μάτια τους, τα αεί ζητιανεύοντα τροφή κι ασχολία? Δε θα χρειαζόταν να τον ρωτήσουν τίποτα, το ήξερε, θα τον μύριζαν και θα καταλάβαιναν τα πάντα..Μόνος, σιωπηλός θα μαρτυρούσε τα πάντα. Όσο ερμητικά κλειστή και να’ταν η αδιαφανής σακούλα με τη φόρμα εργασίας του, ο θάνατος και το αίμα ήταν όλως πάνω του, στο δέρμα του, στα ρουθούνια του, στα μάτια και κυρίως στα χέρια του.
Αναστέναξε ελαφρά, γύρισε τα μάτια στον ουρανό, ωραία μέρα, τεντώθηκε προς το Θεό και άρχισε το δρόμο της επιστροφής. Πεινούσε και σήμερα είχε σκοπό να το ρίξει λίγο έξω, να κάνει στον εαυτό του δώρο ένα ωραίο γεύμα, είχε σκεφτεί και το εστιατόριο, ένα που έκανε εξαιρετικό τόφου και ριζότο με τρούφα, ένιωσε το στόμα του να πλημμυρίζει με σάλιο και την κοιλιά του να στέλνει ανυπόμονους ήχους, τάχυνε το βήμα, σφυρίζοντας ανεπαίσθητα έναν γνώριμο σκοπό, κι έχοντας στο νου του τη σειρά των πιάτων που θα παρήγγειλλε, στάθηκε λίγο στο αγαπημένο του επιδόρπιο κι εκείνη την καταπληκτική σαν αίμα ράσμπερρυ σως. Αίμα…Πωωω… Πάλι δουλειά από αύριο… 
Δεν τον έλεγες και άσχημο. Τουλάχιστον τα χαρακτηριστικά του προσώπου του ήταν αντικειμενικά ωραία. Μεγάλα μάτια, καθαρά, ούτως η άλλως το βλέμμα στο καθαρίζει ή το βρωμίζει η ζωή η ίδια, στο χρώμα του σχιστόλιθου, σπάνιο, μάλλον από τον πατέρα του τα είχε πάρει, μια μύτη αντρική, όχι ανεπαίσθητη αλλά ούτε και δεσποτική, με δυο ρουθούνια που η ανάσα του ή τα νεύρα του τα έκαναν να ανοιγοκλείνουν πιότερο ή λιγότερο, ανάλογα, χωρίς τρίχες όμως, αυτό το φρόντιζε ανελλιπώς, όπως και τα φρύδια του, δεν ήθελε καθόλου να ενώνονται και τα αποτρίχωνε εκεί στο μέσον, χωρίς να αρνιέται ότι πολλές φορές ήθελε να τα λεπτύνει, να εξωραΐσει το σχήμα τους, αλλά δεν τολμούσε, φοβόταν την κατακραυγή των συναδέλφων στη δουλειά, τα δόντια του κατάλευκα κι όλα εκεί πιστά στον αριθμό τους, δεν κάπνιζε κι είχε γλιτώσει εκείνο το κιτρίνισμα από τον καπνό, πω πω αηδία, πώς μπορούν να το κάνουν αυτό στο σώμα τους – στα πνευμόνια και στα δόντια τους – , με ωραία σαρκώδη χείλη που πόσος καιρός είχε περάσει από τότε που τα κόλλησε πάνω σε ένα στόμα ή σε έναν λαιμό, δε θυμόταν, αχ πώς τα φέρνει έτσι η ζωή, εξειδικεύεις τα θέλω σου μεγαλώνοντας, δε συμβιβάζεσαι, μένεις πιο πολύ μόνος αναζητώντας, τι?, κάτι τελειότερο, ψάξε, ψάξε, πέρασε η νιότη, τώρα το χειρότερο πάνω στην κεφαλή ήταν αυτή η τριχόπτωση η κακούργα, που τον ανάγκασε να βλέπει αυτές τις διαφημίσεις με τα προϊόντα ψεκασμού μπογιάς και παρά την αποστροφή του να τον θέλγει η κρυφή ελπίδα όχι της αποκατάστασης αλλά της κοροϊδίας, που χαμογελούσε με ένα στόμα γεμάτο κυνόδοντες στην απογοήτευση και την τσέπη του.

2 σχόλια:

  1. Καιρός ήταν.Καλώς ήλθες και καλή συνέχεια. :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλώς σας βρήκα..και ναι...μακάρι να πνίξω το πνιγηρό των σκέψεων στις λέξεις..:)

    ΑπάντησηΔιαγραφή